πλωΐζω — ΜΑ 1. πλέω 2. ταξιδεύω διά θαλάσσης. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. πλω τού πλώω* «πλέω» + κατάλ. ίζω (πρβλ. πλοΐζω). Ο μυκην. τ. porowito, αν αποδίδει τη λ. *πλωFιστος, έχει παραχθεί από το ρ. πλωΐζω και δήλωνε έναν μήνα τού χρόνου κατάλληλο για απόπλου] … Dictionary of Greek
πλωιζομένων — πλωίζω sail on the sea pres part mp fem gen pl πλωίζω sail on the sea pres part mp masc/neut gen pl πλωϊζομένων , πλωίζω sail on the sea pres part mp fem gen pl πλωϊζομένων , πλωίζω sail on the sea pres part mp masc/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πλωιζόμενον — πλωίζω sail on the sea pres part mp masc acc sg πλωίζω sail on the sea pres part mp neut nom/voc/acc sg πλωϊζόμενον , πλωίζω sail on the sea pres part mp masc acc sg πλωϊζόμενον , πλωίζω sail on the sea pres part mp neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πλωίζει — πλωίζω sail on the sea pres ind mp 2nd sg πλωίζω sail on the sea pres ind act 3rd sg πλωΐζει , πλωίζω sail on the sea pres ind mp 2nd sg πλωΐζει , πλωίζω sail on the sea pres ind act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πλωίζεσκον — πλωίζω sail on the sea imperf ind act 3rd pl (epic ionic) πλωίζω sail on the sea imperf ind act 1st sg (epic ionic) πλωΐζεσκον , πλωίζω sail on the sea imperf ind act 3rd pl (epic ionic) πλωΐζεσκον , πλωίζω sail on the sea imperf ind act 1st sg… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πλωιζομένης — πλωίζω sail on the sea pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) πλωϊζομένης , πλωίζω sail on the sea pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πλωιζομένοις — πλωίζω sail on the sea pres part mp masc/neut dat pl πλωϊζομένοις , πλωίζω sail on the sea pres part mp masc/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πλωιζομένους — πλωίζω sail on the sea pres part mp masc acc pl πλωϊζομένους , πλωίζω sail on the sea pres part mp masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πλωιζόμενα — πλωίζω sail on the sea pres part mp neut nom/voc/acc pl πλωϊζόμενα , πλωίζω sail on the sea pres part mp neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πλωιζόμενοι — πλωίζω sail on the sea pres part mp masc nom/voc pl πλωϊζόμενοι , πλωίζω sail on the sea pres part mp masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)